Search This Blog

Slider

COMENTARISTAS

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΔΙΕΘΝΗ

ΕΠΙΣΤΗΜΗ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

» » » » Ο Μίμης Φωτόπουλος όμηρος των Εγγλέζων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης «Ελ Ντάμπα" της Αιγύπτου - βιβλιοπαρουσίαση



Σαν σήμερα (20/4/1913) γεννήθηκε Ο, μεγάλος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, Μίμης (Δημήτρης) Φωτόπουλος (1913-1986) στη Ζάτουνα της Γορτυνίας. Υπήρξε κρατούμενους στο βορειοαφρικανικό στρατόπεδο της "Ελ Ντάμπα", όπου κατέγραψε την δική του εμπειρία στο βιβλίο του «Ελ Ντάμπα, όμηρος των Εγγλέζων». - Γράφει ο Τάσος Καραντής.


Το βιβλίο (εκδ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα - Γ΄έκδοση, 1984) αυτό από τις πρώτες σελίδες του μας βάζει στο κλίμα της εποχής, στο κλίμα δηλαδή των Δεκεμβριανών. Μας το δίνει πολύ παραστατικά, μέσα από μια απλή περιγραφή :

 «Από τις δώδεκα ως τις δύο, το μεσημέρι, ήτανε δυο ώρες “ανακωχής”, στην Αθήνα. Κ’ έπαιρνα τους δρόμους… Κάθε τόσο άκουγα γύρω μου : “Πιάστε τον, πιάστε τον”, κ’ ένα έξαλλο πλήθος ορμούσε πάνω σ’ ένα άνθρωπο.
-Τι ’ναι, βρε παιδιά;
-Κουκουές.
-Πιάστε τον!
Έφτανε κάποιος να πετάξει την λέξη “Κουκουές”, και ριχνόντουσαν οι “αγανακτισμένοι πολίτες” να σε λυντσάρουνε. Ωραίες, αξέχαστες εποχές!»(σελ. 17).

Έτσι συνελήφθηκε κι ο Φωτόπουλος στους δρόμους της Αθήνας, στα τέλη του Δεκέμβρη του ’44, με το “στίγμα” του κουκουέ  και την κατηγορία ότι φώναζε μέσα στους δρόμους λαοκρατία! Από την πλατεία Κολωνακίου, όπου και πιάστηκε, άρχισε μια δραματική διαδρομή, σχεδόν 3 μηνών, που έμελλε να είχε πολλές στάσεις. Ο επόμενος σταθμός ήταν το κρατητήριο του αστυνομικού τμήματος της οδού Αμερικής κι από ’κει, κατά σειρά, στο Γουδί, στο Χασάνι (=αεροδρόμιο Ελληνικού), στο Δέλτα του Φαλήρου, επιβίβαση στο υπερωκεάνιο, μεταφορά στο Πορτ – Σάϊδ της Αιγύπτου και κατόπιν, με τρένο, μεταφορά στην Ελ Ντάμπα. Εκεί βρίσκονταν το στρατόπεδο συγκέντρωσης που είχανε οι Εγγλέζοι μέσα στα αφρικανικά χώματα, 150 χλμ. μακριά από την Αλεξάνδρεια. Έτσι βρέθηκε όμηρος στα “σύρματα”, ως τις 20 Μάρτη του 1945, ένα σχεδόν μήνα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όπου πήρε το δρόμο της επιστροφής, μέσα από μια αντίστροφη διαδρομή, Αλεξάνδρεια, Πειραιάς, Γουδί, για να φτάσει, επιτέλους, καταταλαιπωρημένος, στο σπίτι του και στους δικούς του. Η σκηνή του τέλους είναι μια μοναδική εικόνα που ρίχνει και την αυλαία αυτού του έργου, που όμως ήταν αληθινό!

Κάπου μέσα στο βιβλίο υπάρχει μια περιγραφή που αναδεικνύει το μεγαλείο του Ανθρώπου. Μια περιγραφή – γροθιά στον εθνικισμό, στον ρατσισμό και τον μιλιταρισμό, στον τότε και στον σημερινό. Και το κυριότερο, βγαλμένη μέσα από την εμπειρία της ζωής! Οι λέξεις του Φωτόπουλου αγγίζουν την ψυχή μας :

«Πολλές φυλές δουλεύανε εδώ για τους Εγγλέζους. Πρώτα πρώτα όλες οι αποχρώσεις των μαύρων, που κάνανε τις βαριές δουλειές.
Ανατριχιαστική ήτανε η δουλειά της μεταφοράς των κουβάδων που είχαμε για τουαλέτες.

Ερχότανε πρωί πρωί ένα φορτηγό αυτοκίνητο, και κάτι μαύρα φαντάσματα τυλιγμένα σε άσπρα κουρέλια, κατεβαίνανε, αφήνανε άδειους κουβάδες και παίρνανε τους γιομάτους. Φοβερή δουλειά!
Κι οπωσδήποτε οι Εγγλέζοι θα επέμεναν πως τους είχανε φέρει εδώ για να τους … εκπολιτίσουνε.

Μαύροι φρουροί τουρτουρίζανε όλη τη νύχτα καθώς τους έζωνε η παγερή αφρικανική νύχτα, ακριβώς όπως κ’ οι χωροφύλακες στο Γουδί.

Ιταλοί αιχμάλωτοι. Αυτούς τους είχανε για ελαφριές δουλειές και τις πιο πολλές ώρες της ημέρας τους άφηναν να κόβουν, ελεύθεροι, βόλτες μέσα στο στρατόπεδο. Τέλος Φρίτσηδες, γερμανοί αιχμάλωτοι, που κάπου κάπου ακούγαμε από μακρυά τον θόρυβο από τον βηματισμό τους της χήνας, καθώς επιστρέφανε από αγγαρείες.

Κι όλον αυτόν τον κόσμο, τον έφερνε βόλτα ένας Άγγλος λοχίας, συχνά συμπαθητικός, Γιατί όχι; Μήπως κι ο ίδιος δεν ήταν όμηρος; Όμηρος μέσα στον στρατό, στην ίδια του την πατρίδα; Κάποια μάνα δεν τον περίμενε κι αυτόν να γυρίσει σε κάποιο χωριό της Αγγλίας;

Όλος αυτός ο κόσμος, όμηροι, αιχμάλωτοι και φρουροί, δεν είχανε να μοιράσουνε τίποτε μεταξύ τους. Τι έχει να μοιράσει ένας Έλληνας μουσικός, που μένει σε μια συνοικία της Αθήνας μ’ έναν νυχτοφύλακα που μένει στη Ροδεσία, ή μ’ έναν Ιταλό υδραυλικό από το Αβελίνο; 

Γι’ αυτό υπήρχε στο στρατόπεδο μια συμπάθεια διάχυτη ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις φυλές, μια αγάπη αόρατη, μα παρούσα.

Και το τεράστιο οδόφραγμα της διαφορετικής γλώσσας γκρεμιζόταν συχνά, συντριμμένο από τον δυναμίτη της ψυχής, που βοήθαγε όλες τούτες τις χιλιάδες των αλλόξενων απλών ανθρώπων να κουβεντιάζουν με μάτια και βλέμματα, για όμοιες χαρές κι όμοιες λαχτάρες, για κοινά όνειρα και κοινούς πόθους.»(σελ. 73-74).

Διαβάστε την «Έλ Ντάμπα» του Μίμη Φωτόπουλου. Είναι αποκαλυπτική. Αποτελεί ένα βιωματικό χρονικό – ντοκουμέντο. Αλλά κι ένα “όπλο” στο υψωμένο χέρι μας και στον αγώνα μας κατά του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, κατά αυτής της “ΕΕ” που ονειρεύεται νέες “Ελ Ντάμπες”, βιάζοντας κάθε αρχή δικαίου και κάθε έννοια ανθρωπισμού. 

       Τάσος  Καραντής







«
Next
Νεότερη ανάρτηση
»
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Leave a Reply