Search This Blog

Slider

COMENTARISTAS

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΔΙΕΘΝΗ

ΕΠΙΣΤΗΜΗ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

» » » Εσπρέσο, Αρμάνι και Μουστάκι - Ο Νίκος Αναστόπουλος στην Ιταλία!



Ο «allenatore Niccolo» ήταν ο πρώτος Έλληνας που πήρε μεταγραφή στο Καμπιονάτο!


Ο Νίκος Αναστόπουλος, την πρώτη φορά που έπιασε μπάλα, έπαιξε μπάσκετ, στην ομάδα της γειτονιάς του, τη Δάφνη. Μια μέρα πέρασε έξω από το γήπεδο, την ώρα που έκανε προπόνηση η ποδοσφαιρική ομάδα. Ζήτησε να παίξει, όμως ο προπονητής τον έδιωξε. Την επόμενη εβδομάδα πήγε ξανά και μετά από παρακάλια, μπήκε στο παιχνίδι. Εκείνο το απόγευμα, σταμάτησε στο πέμπτο γκολ.

Ο τεράστιος «Μουστάκιας» - σήμερα έχει ξυρίσει το μουστάκι - θα γινόταν τα επόμενα χρόνια ένας από τους μεγαλύτερους σκόρερ του ελληνικού ποδοσφαίρου. Υπέγραψε το πρώτο επαγγελματικό του συμβόλαιο με τον Πανιώνιο το 1976 και τρία χρόνια αργότερα, έχοντας ήδη κατακτήσει ένα Κύπελλο Ελλάδας στη Νέα Σμύρνη, πήρε μεταγραφή στη μεγάλη του αγάπη, τον Ολυμπιακό. Αγωνίστηκε στον Πειραιά για έξι σεζόν, κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα, κυρίως όμως διακρίθηκε για τη φοβερή δεινότητά του στο σκοράρισμα: 114 γκολ σε 187 αγώνες. Αργότερα, επέστρεψε άλλες δύο φορές στο λιμάνι, κατακτώντας πρωταθλήματα και πετυχαίνοντας ακόμη μερικές ντουζίνες γκολ.

Ήταν φυσικό επόμενο, το 1987 να γίνει ο πρώτος Έλληνας παίκτης που αγωνίστηκε στο Καμπιονάτο, το περίφημο ιταλικό πρωτάθλημα. Η ομάδα που του έκανε πρόταση ήταν η Αβελίνο, πόλη έξω από τη Νάπολη όπου τότε αγωνιζόταν ο θρυλικός Μαραντόνα. Το Καμπιονάτο ήταν εκείνη την περίοδο το καλύτερο πρωτάθλημα στον κόσμο, με παίκτες διεθνείς σταρ σε κάθε ομάδα και γραμμή του γηπέδου.

Ο Αναστόπουλος έμεινε για μία μόλις σεζόν στην Ιταλία, χωρίς δυστυχώς να προλάβει να ξεδιπλώσει το τεράστιο ταλέντο του. Εκτός από το προσωνύμιο allenatore Niccolo («προπονητής Νικόλας»), που τον ακολουθεί σήμερα στους πάγκους των ομάδων που κοουτσάρει, το πέρασμα από την Ιταλία άφησε στον Αναστόπουλο δύο μεγάλες αγάπες: το ακριβό και ραφινάτο ντύσιμο και τον εσπρέσο – πίνει τον καφέ του σταθερά στο Κολωνάκι, με ανθρακούχο νερό και όλο το «σώμα» των αθλητικών εφημερίδων πάνω στο τραπέζι.

Ο Αντώνης Πανούτσος έχει γράψει για το ενδυματικό γούστο του Αllenatore: «O Αναστόπουλος αγόραζε ρούχα από την Ιταλία, σε μια εποχή που όταν Έλληνας παίκτης πήγαινε στη συγκεκριμένη χώρα, το πολύ να έφερνε πίσω καμιά κούτα λαθραία τσιγάρα Marlboro». Θρυλείται, μάλιστα, ότι σε παλιότερη πρόταση μικρής ομάδας της Αθήνας να καθίσει στον πάγκο της, ο Αναστόπουλος απάντησε με τη φράση, «τα χρήματα που μου δίνετε, δεν φθάνουν ούτε για τα σακάκια μου».

Η μεταγραφή του «Αναστό» στην ιταλική Αβελίνο κόστισε 52 εκατομμύρια δραχμές – ο ίδιος θα έπαιρνε 20 εκατομμύρια στο χέρι και ένα εκατομμύριο δραχμές μισθό. Το καλοκαίρι του 1987 μετακόμισε στην Καμπανία. Σε ηλικία 29 ετών, έγινε ο πιο ακριβοπληρωμένος Έλληνας παίκτης. Η Gazzetta dello Sport τον υποδέχθηκε με τίτλο «O Έλληνας Θεός που κατέβηκε από τον Όλυμπο». Άλλες εφημερίδες τον προσομοίασαν με τον Ιταλό σκόρερ, Paolo Virdis.

Σε ένα παλιότερο αφιέρωμα, ο αρθρογράφος Zastrο έγραψε για τις πρώτες μέρες στο Αβελίνο: «Το μουστάκι του Αναστό γίνεται εμμονή: το "Έλληνας Βίρντις" τον ακολουθεί σε κάθε βήμα του και σε κάθε παρουσίαση από τις εκπομπές της εποχής. Είναι τόσο εντυπωσιακό για τους Ιταλούς το πόσο μοιάζει ο Αναστόπουλος με τον Βίρντις, που η Panini θα συμπεριλάβει τους δύο ποδοσφαιριστές στο επετειακό αφιέρωμά της με "τα δίδυμα που χωρίστηκαν στη γέννα"».


«Σκέφτομαι στα ελληνικά και μέχρι να μεταφράσω στα ιταλικά, η μπάλα έχει χαθεί»

Ο Αναστόπουλος αγαπιέται πολύ στον ιταλικό Νότο. Είναι ένας σταρ στο πιο ακριβό πρωτάθλημα του κόσμου. Κατοικεί σε μια πολυτελή βίλα 600 τετραγωνικών μέτρων, εξοπλισμένη ακόμη και με ηλεκτρονικό υπολογιστή, πράγμα εξωφρενικό στα 80s. Κυκλοφορεί με μια λευκή Πόρσε Καρέρα, κάνει εξόδους με ακριβά ιταλικά κοστούμια και όμορφες γυναίκες.

Στο μεταξύ, όμως, στο χορτάρι δεν αποδίδει. Η Αβελίνο χάνει συνεχώς θέσεις στον βαθμολογικό πίνακα και επιπλέον, μέλη της διοίκησης της ομάδας έχουν μπλεξίματα με τον Nόμο - η επαρχία της Νάπολη ελέγχεται από την Καμόρα. Ο Αναστόπουλος δεν βρίσκει τον δρόμο προς τα δίχτυα, εκτός από μερικές σπάνιες εξάρσεις, τα εγκωμιαστικά σχόλια στον Τύπο αρχίζουν να αντιστρέφονται. Ο ίδιος σε μια συνέντευξη στη RAI, όταν ερωτάται γιατί δεν αποδίδει, θα πει την αμίμητη ατάκα: «Σκέφτομαι στα ελληνικά και μέχρι να μεταφράσω στα ιταλικά, η μπάλα έχει χαθεί».

Στο τέλος της σεζόν επέστρεψε στον Ολυμπιακό, κατακτώντας ακόμη δύο πρωταθλήματα στην Ελλάδα. Δεν θα αποχωριστεί ποτέ έως σήμερα τα ακριβά ρούχα και τον αγαπημένο του εσπρέσο. Ο ίδιος θα πει αργότερα, για τη χρονιά που έζησε το όνειρο στην Ιταλία: «Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν εύκολο να πάει ένας Έλληνας έξω να παίξει. Δεν έμεινα στην Ιταλία, διότι ποδοσφαιρικά πήγα λίγο μεγάλος, δεν ήταν κι η σεζόν της Αβελίνο καλή. Έπαιζα εγώ με τον Schachner. Όλα καλά στην επίθεση, αλλά στην άμυνα άσ' τα. Kαι τότε, σου θυμίζω, επιτρέπονταν μόνο δύο ξένοι. Eγώ έπαιζα σαν ξένος, όχι όπως τώρα που παίζουν 50 κοινοτικοί».

Και πιο κάτω: «Βέβαια, αν είχα την τύχη να πάω νωρίτερα, ίσως να μη γυρνούσα, αλλά στα 29 και σε μια κακή περίοδο για την ομάδα, ήταν δύσκολο. Εάν είχα πετύχει, δεν θα γύριζα. Θα ήταν πολύ διαφορετικά αν είχα πάει πιο νωρίς και δεν υπήρχε το καθεστώς που υπάρχει σήμερα. Σήμερα, οποιοσδήποτε μπορεί να πάει».

Κώστας Κουκουμάκας





«
Next
Νεότερη ανάρτηση
»
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Leave a Reply